Wednesday, June 28, 2017

INCEPTION, ΠΟΕ και μια τζούρα ΜΠΟΡΧΕΣ...

" Yet if hope has flown away
  In a night, or in a day,
  In a vision, or in none,
  Is it therefore the less gone?
  All that we see or seem
  Is but a dream within a dream. "

[ Σιγά μη σας πω ποιος το 'γραψε, καραγκιόζηδες! ]

Το σύντομο ποιητικό διάλειμμα ήταν μια προσφορά των αγαπημένων σας προφυλακτικών, με γέμιση πραλίνα φουντούκι. Αυτά για πρόλογο. Διάβαζα Μπόρχες που λέτε, γιατί το Survivor τελευταία έχει πέσει, όταν μια φράση του μ' έβαλε σε σκέψεις και μια σκέψη του μ' έβαλε σε φράσεις. Ή κάτι τέτοιο. Να τι εννοώ:

Μια μέρα ή μια νύχτα - ανάμεσα στις μέρες και τις νύχτες μου, τι διαφορά υπάρχει; - ονειρεύτηκα ότι στο πάτωμα του κελιού μου υπήρχε ένας κόκκος άμμου. Ξανακοιμήθηκα, αδιάφορος ∙ ονειρεύτηκα ότι ξυπνούσα κι έβλεπα δύο κόκκους. Ξανακοιμήθηκα ∙ ονειρεύτηκα ότι οι κόκκοι της άμμου ήταν τρεις. Πολλαπλασιάζονταν έτσι ώσπου το κελί κατακλυζόταν, κι εγώ έβρισκα το θάνατο κάτω απ' αυτό το αμμώδες ημισφαίριο. Τότε κατάλαβα ότι ονειρευόμουν και, καταβάλλοντας τεράστια προσπάθεια, ξύπνησα. Ήταν ανώφελο: μ' έπνιγε η αναρίθμητη άμμος. Κάποιος μου είπε: «Δεν ξύπνησες στον ξύπνο, αλλά σ' ένα προγενέστερο όνειρο. Το όνειρο αυτό είναι μέσα σ' ένα άλλο όνειρο, και ούτω καθεξής επ' άπειρον, που είναι και ο συνολικός αριθμός των κόκκων της άμμου. Η οδός της παλινδρόμησής σου είναι ατελείωτη και θα πεθάνεις πριν ξυπνήσεις στ' αλήθεια».

 Ένιωσα χαμένος. Η άμμος είχε γεμίσει το στόμα μου, αλλά μπόρεσα να φωνάξω: «Ούτε μπορεί να με σκοτώσει μια άμμος που ονειρεύτηκα, ούτε υπάρχουν όνειρα μέσα σε όνειρα».

[ Η Γραφή του Θεού, Άπαντα τα Πεζά Ι, Εκδ. Πατάκη, σελ. 406 ]

Το μυαλό μου πήγε αμέσως στο γνωστό blockbuster του Νόλαν, γιατί είμαι σαρδανάπαλος και μαλακομπάμπουρας, Αν ήμουν άνθρωπος μ' επίπεδο και καλλιέργεια, θα έπρεπε πρώτα να σκεφτώ το γνωστό αναρχορεμπέτικο του Πόε. Άραγε είχε ο Μπόρχες υπόψιν του την ταινία του Πόε; Είχε ο Πόε κατά νου το ποίημα του Νόλαν; Κανείς δε θα μάθει ποτέ, το μυστικό χάθηκε μαζί με το κλειδί, απ' τη βαλίτσα του RONIN. Ο Πόε εκδίδει το 1849, ο Μπόρχες 100 χρόνια μετά, ο Νόλαν το 2010, αλλά ο τελευταίος τι να κλάσει, δεν είναι λογοτέχνης.

Τώρα, για άλλο λόγο θέλω να γράψω, αλλά μερικές σκέψεις που μου επέβαλε η μαλακίτιδα του YouTube... δε βρήκα ούτε μια απαγγελία του Πόειου ποιήματος αντάξια του δημιουργού! Είδα ξεψυχυσμένες φωνές, γκριμάτσες, πομπώδεις εκφωνήσεις και υπερβολές, σαν οντισιόν για μιούζικαλ στο Broadway. Χορδές δίχως την κατάλληλη χρειά ή τόνο, ψυχές που δεν καταλαβαίνουν πως να ισορροπήσουν μεταξύ ειρωνίας κι απελπισίας, μεταξύ σοβαρού κι αστείου, όπως ένας θάνατος ή μιας ζωή δίχως νόημα. Πως θα διάβαζε κανείς την "Πρέβεζα" του Καρυωτάκη; Με δάκρυα ή με χαμόγελα;; Ή με τρόπους, που γνωρίζουν μονάχα όσοι έφτασαν κάποτε στην απελπισία κι επέστρεψαν; Κλείνει η παρένθεση, αν και δε θυμάμαι να την άνοιξα ποτέ.

Η απορία, λοιπόν, που μου δημιουργήθηκε είναι πότε ξεκίνησε αυτή η ιστορία με τα όνειρα μέσα στα όνειρα κι όρεξη να 'χεις; Ποια είναι η πρώτη λογοτεχνική μαρτυρία, η πρώτη καταμαρτυρημένη έμπνευση αυτή της παλαβής, υπέροχης ιδέας;; Στο Έπος του Γιλγαμές, στον Πλάτωνα ή στις Χίλιες και Μία Νύχτες; Αυτή είναι η απορία μου κι όποιος ξέρει να μου απαντήσει τι συνέβαινε πριν το 1849 ας μιλήσει τώρα, αλλιώς ας σωπάσει για πάντα. Ο παλιο-μαλάκας.

Tuesday, February 28, 2017

ΜΠΙΛ ΠΑΞΤΟΝ - Άκλαφτος πήγε...

Καλή φάση. Έτσι για πασατέμπο. Άρθρο, από Zougla.gr για τα φετινά Όσκαρ, αναφέρει μεταξύ άλλων:

H τελετή είχε έντονο το πολιτικό στοιχείο, ενώ επισκιάστηκε λίγο πριν από την έναρξή της από έναν θάνατο, αυτόν του πρωταγωνιστή σε ταινίες και σίριαλ, Μπιλ Πάξτον. Η είδηση σκόρπισε θλίψη στους θαυμαστές του 61χρονου ηθοποιού, ο οποίος είχε παίξει μεταξύ άλλων στον «Τιτανικό» και τον «Άλιεν».

Μμμ, μάλιστα. Πολύ καλά. Ο Μπιλ Πάξτον δεν είχε παίξει στο "ALIENS", όπως νομίζαμε, αλλά είχε παίξει τον... Άλιεν. Μιλάμε, τον Άλιεν τον ίδιο. Βασικά, φορούσε εκείνες τις στολές με το φερμουάρ στην πλάτη. Πήραν μια του Γκοτζίλα και τη μεταποίησαν. Για να κατουρήσεις, απλά δε μπορούσες. Έπρεπε να βγάλεις όλη τη στολή. Έτσι βολεύτηκε κι ο Κάμερον. Φαντάζομαι έχετε δει την ταινία, με όλα αυτά τα τοξικά σάλια, που πιτσιλάνε τα πατώματα. Τώρα καταλάβατε ότι δεν ήταν σάλια.

Αυτά παθαίνεις, άμα βάζεις, για οικονομία, το παιδί με τους καφέδες να γράφει επικαιρότητα. Χθες κάλυψε τη στήλη με τ' Αθλητικά, σήμερα τα Όσκαρ, αύριο θα σχολιάσει - άμα έχει όρεξη - την πολιτική κατάσταση, μεθαύριο - ποιος ξέρει - να τον βάλουμε και χειρουργείο.

Στο μεταξύ, δε γράφει καν "ΤΟ" Άλιεν. Όοοχι! Δεν του αρκεί ο Πάξτον να 'χει παίξει "ΤΟ" ή έστω "ΣΤΟ" Άλιεν. Αυτό θα 'χε και μια άλφα φυσιολογικότητα. Όχι, προς θεού, έχει παίξει "ΤΟΝ" Άλιεν. Πώς λέμε "ο Μπεν Κίνγκσλεϊ έπαιξε ΤΟΝ Γκάντι"; Ένα και το αυτό πράμα. Πολύ κύριος, αυτός ο Άλιεν, που λέτε. Ξεκίνησε από χαμηλά, πιτσιρικάς, γυάλιζε λοβούς αυτιών στον πλανήτη Βούλκαν, για να βοηθά την οικογένειά του ν' αγοράζει αυγά ξενιστές. Και τώρα, δες τον, ολόκληρος άντρας, δυο μέτρα με το πουλί χώρια.

Πάλι καλά, που είχε παίξει και "στον" Τιτανικό και δεν είχε παίξει "ΤΟΝ" Τιτανικό (υπάρχουν, βέβαια, φήμες ότι τον είχε παίξει στον Τιτανικό). Όχι, όμως, πως δεν είχε προτάσεις. Τον ήθελε ο Κάμερον, σαν τρελός τον ήθελε. Είχε κι έτοιμη τη στολή, απ' το καθαριστήριο, τέσσερα φουγάρα στην πλάτη, διπλή προπέλα στον κώλο. Κλανιά και κόμβος. Σε είδα στον Τιτανικό / και ήσουν όλο τρέλα / μα ύστερα κατάλαβα / πού σου 'χαν την προπέλα. Τέλος πάντων, δεν τα βρήκαν στα λεφτά, ο Παξτον ήθελε λιγότερα απ' όσα του 'δινε ο Κάμερον, τα σπάσανε. Κι αναγκάστηκε ο Κάμερον να καταφύγει στα ψηφιακά κι όλες αυτές τις αηδίες.

Θεός σχωρέστον! Θα παίζει τώρα "τον" Παράδεισο.


ΥΣΤΕΡΟΓΡΑΦΟ

'Ντάξει, έχει παίξει σε πολλά, αλλά εγώ πού αλλού τον έχω δει;;

APOLLO 13 - Χιούστον, αλήθεια τώρα; Δε φορτώσατε χαρτί;;
TRUE LIES - Στην πουτάνα πουτανιές...
PREDATOR 2 - Στο 'να χέρι το πιστόλι, στ' άλλο χέρι το μπεγλέρι ...
TERMINATOR - Τ' είπες για τον Κάμερον, ρε αλήτη;;
Να σέβεσαι το ψωμί που τρως, ρε!!
TWISTER - Τι εννοείς Ελένη, δεν είναι εφέ αυτό στο βάθος;


Wednesday, July 30, 2014

PITCH BLACK [2000] - Μέρος 2ον


Το εκπληκτικό με την εισαγωγή της ταινίας - συγκεκριμένα η κλιμάκωση της πρόσκρουσης - είναι πως, σε μια εποχή που τα ψηφιακά εφέ βρωμάν και ζέχνουν, ο David Twohy δεν επιλέγει την ευκολία. Για την ακρίβεια, ΑΚΟΜΑ ΚΙ ΑΝ έχει χρησιμοποιήσει ψηφιακά εφέ, δεν έχει καμία απολύτως σημασία, αφού θα μπορούσε εξίσου όμορφα να επιτύχει το ίδιο, εκπληκτικό αποτέλεσμα ΧΩΡΙΣ αυτά (πχ. ξερω-γώ, με χρήση κατάλληλων φακών, φίλτρων, φαντασίας κ.τ.λ) !!! Εδώ έγκειται και η τιτάνια μαγκιά του!! Γιατί ο άνθρωπος έχει, πρωτίστως, στο μυαλό του ένα όραμα κι όχι απλά τη διεκπεραίωση μιας ακόμα σκηνής. Αλλά να χρησιμοποιήσεις υπολογιστή για τεχνική ευκολία και όχι για καλλιτεχνική ευκολία, είναι δύο εντελώς ξεχωριστά ζητήματα και, συχνά, αντικρουόμενα.

Το μοντάζ της πρόσκρουσης είναι απίστευτης καλλιτεχνικής αρτιότητας. Σε αφήνει άφωνο, χωρίς ΟΥΤΕ ΕΝΑ φτηνό ή πρόχειρο κόλπο. Η εναλλαγή των πλάνων κλιμακώνεται με αριστοτεχνικό τρόπο: πλάνα όλο και μικρότερης διάρκειας, σε συνεχείς και βίαιες μεταβάσεις. Σχεδόν καθόλου
επικεντρωμένα στην ψηφιακή τεχνολογία, αλλά περισσότερο στην κλασική κινηματογραφική τέχνη (δηλαδή, ΤΕΧΝΗ!): γκροπλάν προσώπων, ίριδες που συσπώνται βίαια, κινήσεις πανικού, σπασμωδικές, αλλοιωμένες προοπτικές. Όλα αυτά πλαισιωμένα μοναδικά, από χοντροκομμένους, μεταλλικούς μηχανισμούς και μοχλούς hard-core, που παραπέμπουν περισσότερο στη βία μιας βιομηχανικής κατασκευής ή μιας τριαξονικής νταλίκας, παρά στις εξευγενισμένες λείες επιφάνειες, γεμάτες λαμπάκια, ενός παστρικού, φρεσκο-σφουγγαρισμένου σκάφους Star-Trek. Αριστείο και στα ηχητικά: το ρήμα "ξερνώ" έχει την τιμητική του, καθώς οι ήχοι σχεδόν ξερνώνται, από το μεταλλικό χάος. Ατσαλένιοι μοχλοί και γυμνές σιδερο-λαβές κατεβαίνουν ξερά-κοφτά, με ωμότητα. Η λαμαρίνες σκορπίζουν δεξιά κι αριστερά κρότους αιφνίδιους και σκληρούς, η βία σχεδόν φτύνεται και στάζει από παντού. Ανατριχιαστικοί τριγμοί και συριγμοί από μέταλλα που, οριακά, δε λένε να αποκολληθούν μεταξύ τους, τριβές ύλης, εκκωφαντικός βόμβος από κινητήρες, ο οποίος μια σωπαίνει και μια ξεσπά, στυγνά και διακεκομμένα, με την εναλλαγή και το θέμα των πλάνων. Εντελώς heavy metal!

Κι εκεί, όπου η ταινία ΓΑΜΑΕΙ για μία ακόμη φορά κι ο σκηνοθέτης αποφεύγει με μαγευτικό τρόπο - υποκλίνομαι - τους υφάλους τις ευκολίας: κανείς μας ποτέ δε θα δει την παραμικρή πρόσκρουση άμεσα!! Παιδιά μιλάμε για ΤΕΧΝΗ!! Θα δει, όμως, με τον πιο σκαιό και απογυμνωμένο τρόπο τις συνέπειες, μέσα απ' το σκάφος: τζάμια να σπάνε πάνω στα κορμιά των πρωταγωνιστών, σώματα να εκτοξεύονται ανάμεσα στις καταπονημένες λαμαρίνες, τοιχώματα να αποκολλούνται, αποκαλύπτοντας έξω και πίσω την αφιλόξενη, βραχώδη επιφάνεια να φεύγει με ταχύτητα στο βάθος κι όλα ετούτα μέσα σε ένα καταιγισμό μεταλλικών αντικειμένων, που αναπηδούν από παντού και χάνονται στο διάβα. Για να μη μιλήσουμε, για τα εμβόλιμα πλάνα όσων βρίσκονται ακόμα στους θαλάμους στάσης, των οποίων η ανυποψίαστη σταθερότητα των χαρακτηριστικών, έρχεται σε απόλυτη αντίθεση με τη λαίλαπα του θανάτου, που τους περιβάλλει, επιτείνοντας την ένταση με ευφυία και μαεστρία.


Θα μπορούσαμε να δούμε μια ψηφιακά στημένη προσεδάφιση, με πολλά gigabytes σπαταλημένα σε 3D animation και δεν ξέρω 'γω τι άλλο, παρατημένα στα χέρια προγραμματιστών. Αντ' αυτού, ο καλλιτέχνης αντιστέκεται! Φορτώνει όλη την ευθύνη στους ώμους του, χρησιμοποιώντας τα γνήσια υλικά της κινηματογράφησης: το φως, τον ήχο, το μοντάζ, το ανθρώπινο δυναμικό του! Μας τιμάει προσφέροντάς μας όχι την πορνογραφική ευκολία ενός χάσκοντος, νωτισμένου αιδοίου, αλλά την ένταση μιας καύλας, που χτίζεται στην αναμονή, το σκίρτημα και την εντύπωση. Με άλλα λόγια, "απαιτεί" από το θεατή να συμμετάσχει, προκαλεί τη ματιά όχι να δεχτεί την εικόνα χτισμένη, αλλά να χτίσει η ίδια πάνω της. Υψηλή τέχνη, που δυστυχώς περνάει στα ψιλά, καθόσον μια ταινία Επιστημονικ. Φαντασ. εξακολουθεί να υποτιμάται σε σχέση με άλλα, συμβατικότερα είδη, όπως πχ. εκείνης της δακρύβρεχτης ανίας, που σαρώσε τα Όσκαρ, αναπαράγοντας τα ίδια και τα ίδια κλισέ, δίχως να προσφέρει ούτε μια νέα ματιά στο χιλιοτριμμένο σεναριακό κουρέλι, περί ρατσισμού. Μιλώ, φυσικά, για το "Δώδεκα χρόνια σκλάβος" (2013). Μια ταινία, με τόσο άμυλο, που συναγωνίζεται τις πατάτες Νάξου. Όπου ο χρόνος θέασης και τα χρόνια της σκλαβιάς, δίνουν την εντύπωση ότι κυλούν σε μια, ένα-προς-ένα, αντιστοιχία.

Σας ευχαριστώ, αν μας αντέξατε, εμένα και τη μαλακία μου. Μην ξεχάσετε να δείτε την ταινία. Τουλάχιστον, την εισαγωγή. Τουλάχιστον, σκεφτείτε το. Τουλάχιστον, χέστηκα. Χαιρετίσματα.

Tuesday, July 29, 2014

PITCH BLACK [2000] - Μέρος 1ον


Ένα χαρακτηριστικό πολλών ταινιών, το οποίο θα αναφέρεται συχνά εδώ, έχει να κάνει με το εξής: υπάρχουν εκατοντάδες ταινίες, που θα μπορούσαμε χαλαρά να τις χαρακτηρίσουμε μέτριες ή αδιάφορες, κι ωστόσο μέσα στα σωθικά τους κρύβονται μικρά διαμάντια. Μικρής διάρκειας σκηνές, επιμέρους τμήματα του μοντάζ, ένα κάποιο συγκεκριμένο εφέ, μια υποκριτική έκπληξη, μια ηχητική επένδυση, κ.ο.κ. Στο blog αυτό δε θα χάνω ευκαιρία να αποτίνω φόρο τιμής, σε αυτές τις μικρές λεπτομέρειες που έκαναν, προς στιγμήν, το σαγόνι μου να κρεμάσει ή τον κόσμο γύρω μου να εξαϋλωθεί σαν αθέμελεο οικοδόμημα, στο θέαμα τούτο.

Το Pitch Black, βέβαια, για τους λάτρεις της Επιστημονικής Φαντασίας (Επιστημονικ. Φαντασ. στο εξής, για συντομία), δεν είναι γενικά μια μέτρια ταινία, αλλά μια πολύ καλή ταινία δράσης. Ώχου εντάξει, εντάξει: είναι μια ΠΑΡΑ πολύ καλή ταινία, είναι μια ΓΑΜΑΤΗ ταινία!! Τώρα, τι έχουν να πουν γι' αυτήν οι Κρητικοί του κινηματογράφου, οι Βοηθοί αναισθησιολόγου της Πολυνησίας και οι Ιθαγενείς του Φιλοπάππου, προσωπικά ποσώς μ' ενδιαφέρει και τ' ακούω βερεσέ (άσε που δεν έχω ακούσει και τίποτα) και τους εύχομαι καλή σταδιοδρομία και τα σχετικά. Εδώ, βέβαια, δε θα θίξω ολόκληρη την ταινία - κυρίως γιατί βαριέμαι - αλλά δε θ' αντισταθώ και θα σχολιάσω δύο συγκεκριμένα στοιχεία.

Το πρώτον είναι ο εκπληκτικός τρόπος με τον οποίο ο David Twohy χρησιμοποιεί φως, χρώματα, φίλτρα ή παίζει με τους φακούς επαφής του (δεν έχω σπουδάσει κινηματογράφο, οπότε στα θέματα ορολογίας μην περιμένετε καμιά πιστοποίηση ή κανά πρωτόκολλο). Το αποτέλεσμα δεν είναι άσχετο με το πλαίσιο της ταινίας, καθώς κι εφόσον η δράση λαμβάνει χώρα σ' έναν πλανήτη με δύο ήλιους και δίχως ερκοντίσιον, έναν κίτρινο κι έναν μπλε, όπου ο καθένας φέγγει το χαβά του. Σα να μην έφτανε αυτό, ο David ντύνει τις εξωτερικές σκηνές με μια φωταύγεια, η οποία πραγματικά απογειώνει τις εντυπώσεις.

Το δεύτερον είναι κακία: όταν διαπίστωσα ότι το τελευταίο Riddick [2013] είναι του ιδίου, ένιωσα την ανάγκη να πέσω στο πάτωμα και να ξεσπάσω σε λυγμούς ή να ξεπαγώσω κάτι γεμιστά της μάνας μου, γιατί ήταν και περασμένη ώρα και πεινούσα. Δε θυμάμαι τι έκανα, τελικά. Το Riddick είναι όχι απλά ένα πρόχειρο κακέκτυπο, δίχως καμία απολύτως πρωτοτυπία σε σχέση με το Pitch Black (κοινώς αρπαχτή), αλλά δυστυχώς αποκαλύπτει και μια διαφθορά του σκηνοθέτη, από τις αντιαισθητικές ευκολίες της σύγχρονης τεχνολογίας των εφέ. Θα με ρωτήσει, τώρα, κανείς (αυτό ακριβώς: κανείς, αφού δε νομίζω να διαβάσει ποτέ κανείς αυτό το blog): καλά, ρε φιλαράκι, μάζεψε και λίγο το κέτσαπ, που 'χεις γεμίσει με σάλτσες την οικουμένη! Δηλαδή, στο Pitch Black ο τύπος δε χρησιμοποιεί εφέ; Κάτω από τέτοια πίεση του κοινού, έχω χρέος λοιπόν να προχωρήσω προς το ουσιαστικό κομμάτι του άρθρου μου. Για πάμε, για πάμε...


Όσον αφορά στο θέμα των εφέ, να λέμε τα πράγματα με τ' όνομά τους: επιστημονική φαντασία δράσης, δίχως εφέ, είναι σαν το σεξ χωρίς παρτενέρ, κοινώς μαλακία! Ο τρόπος, όμως, που ο κάθε σκηνοθέτης χρησιμοποιεί το εφέ, είναι το ποιοτικό στοιχείο εκείνο, που ξεχωρίζει τη βούρτσα απ' την... μα το Δία! την ίδια ατάκα επανέλαβα και στην προηγούμενη ανάρτηση! Μα καμία φαντασία πια;;; Πίσω στο θέμα μας, όμως. Αν το καλοσκεφτούμε, κατά βάθος, το ζήτημα δεν είναι το εφέ καθαυτό. Υπήρχε, για παράδειγμα, μια μεταβατική εποχή, όπου οι CGI εφαρμογές έπαιρναν τα πάνω τους, τότε που κι η κουτσή Μαρία έχωνε κι ένα ψηφιακό εφέ στο πανυγήρι του χωριού της. Όμως τα εφέ (αυτά τα πώς τα λένε; rendering? animation? - ή ξερωγώ σκιάσεις, εφαρμογή στο φυσικό background, όλα αυτά τελοσπάντο!), όταν δεν αφορούσαν διαστημόπλοια και γενικά τεχνικές κατασκευές, ήταν συχνά για κλάμματα. Αυτό σημαίνει ότι όλη η παραγωγή, πχ. της δεκαετίας του '90 και αρχών της νέας χιλιετίας, ήταν όλες για τα μπάζα; Φυσικά και όχι. Γιατί όμως όχι;

Επειδή η ανάλυση αυτή μπορεί να μας πάρει ως και 72 ώρες, θα επικεντρωθώ ευθύς κι αμέσως στο προσωπικό ζητούμενο. Το στοιχείο εκείνο, που υπερέβαινε τα ελλείματα γραφικής αρτιότητας και κυοφορούσε τελικά την ποιοτική διαφοροποίηση, ήταν ξεκάθαρα η ΠΡΟΘΕΣΗ του σκηνοθέτη. Με άλλα λόγια, αν ο τυπάκος ήθελε να την κάνει αρπαχτή και να φύγει με το ταμείο παραμάσχαλα (βλ. Species @ 1995) ή αν είχε, όντως, σφηνωμένη στο μυαλό του κάποια ξεχωριστή εικόνα ή ακόμα κι ένα πλήρες όραμα (βλ. Terminator 2 @ 1991). Εντάξει, υπήρχαν κι ενδιάμεσες περιπτώσεις. Πχ. το Event Horizon ξεκινούσε με μια άκρως ενδιαφέρουσα, κλειστοφοβική φιλοδοξία, αλλά στην πορεία είχε μια (μαύρη) τρύπα στην τσέπη ή στον εγκέφαλο και παράπεσε. Θες, τώρα, γιατί ο σκηνοθέτης κατουριόταν, θες γιατί ο παραγωγός ξεπλήρωνε δάνεια δεξιά κι αριστερά, εύκολα και ξεδιάντροπα η ταινία γύρισε σε φτηνό-σπλάτερ-μια-μαλακία-και-μισή-τα-λεφτά-μας-πίσω. Αλλά γίνεται ταινία Επιστημονικ. Φαντασ. χωρίς φαντασία;;; Αφού στο, κάτω-κάτω, καμιά τους δεν είναι και τόσο επιστημονική, άμα δεν έχουνε και φαντασία, τι διάολο απομένει να δεις; Αντιθέτως, όμως, το Pitch Black τιμάει και γαμάει κι ευχαριστώ τους θεούς, που δεν πέθανα στα 27 μου και πρόλαβα να το δω.

Η μεγαλύτερη γκαύλα της ταινίας είναι, αναμφισβήτητα, η εισαγωγή της. Ζητώ συγγνώμη απ' τους ανήλικους φίλους μου, αλλά μερικά πράγματα δε λέγονται με άλλα λόγια: ΣΚΕΤΗ ΚΑΥΛΑ!!! Χωρίς υπερβολές, αρκεί αυτό μόνο να δει κανείς απ' την ταινία κι ας πάει και το παλιάμπελο, ας τη χέσει την υπόλοιπη, δεν τρέχει κάστανο! Αλλά με το έμπα της - αχ αυτό το έμπα - η ταινία σε σημαδεύει βαθιά και πλατιά. Επειδή, όμως, έχω γράψει ήδη αρκετά και τα γραμματάκια είναι πολύ μικρά κι ίσως κάποιοι από σας να 'χετε και πρεσβυωπία και να κουραστήκατε, θα συνεχίσω την ανάλυση εις ολίγα πρώτα λεπτά της ώρας, σε καινούργια ανάρτηση, μέρος 2ον. Έτσι, σαν το παλιό καλό διάλειμμα, για ποπκόρν και κατούρημα. INTERMISSION....

Thursday, August 1, 2013

MAD MAX 2 - The Feral Kid


Mad Max χωρίς Mel, είναι σα να πίνεις ρακές χωρίς μεζέ. Ή το ανάποδο. Ή, τέλος πάντων, πάρτε ό,τι σας βολεύει. Το θέμα, όμως εδώ, είναι να μην μπερδέψουμε τη βούρτσα με την πούτσα. Γιατί ενώ είναι δυνατόν να γαμήσεις με τη βούρτσα, να χτενιστείς με την πούτσα δεν είναι κι ότι καλύτερο. Στο προκείμενο τώρα, επειδή ο Mel Gibson είναι - προφανώς - η πούτσα, εδώ και σήμερα, εμείς θα μιλήσουμε και θα τιμήσουμε τη βούρτσα. Φίλοι μου καλοί και φίλες μου καλύτερες, αν νομίζετε ότι πρωταγωνιστής σε τούτη τη δεύτερη ταινία της τριλογίας είναι ο Μελ Γίββσων, τότε απατάστε πλάνην οικτράν. Είτε μιλάμε για διαφορετικές ταινίες, είτε - μάλλον - είστε εντελώς ντουβάρια. Να σας τσοντάρω κανα ταληράκι, να πάτε να τη νοικιάσετε, μήπως και ξεγκαβωθείτε κάπως. Ο Μελ το μόνο πράγμα που κάνει είναι να περιφέρεται κουτσαίνοντας, βρωμερός και δρωτσιλιασμένος, τεστάροντας το ημι-psycho βλέμμα, που τον καθιέρωσε. Κοινώς: υποκριτικός μάπας.

Γιατί, αμήν λέγω υμίν, σαν τον πιτσιρίκο, που βολοδέρνει γρυλίζοντας και σπινιάροντας, πέρα-δώθε, μέσα στις σκόνη και στα λαγούμια, ρε παιδιά δεν παίζει σας λέω!! Απλά, δεν υπάρχει άλλος όμοιός του, αλλού ή άλλοτε! Ρε, μ' ακούτε βρε κινηματογραφικοί ακαμάτηδες, βρε σινεφίλ του κώλου;;; ΡΕ, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΡΕ, ΣΑΣ ΛΕΩ!!! Ρε ο μικρός είναι άπαιχτος, αχτύπητος, είναι μοναδικός, ανεπανάληπτος και αναντικατάστατος και η ταινία θα ήταν μια μαλακία και μισή δίχως αυτόν. (Ή δίχως τα γαμάτα, σκονισμένα κωλομέρια του Wez, αλλά αυτό είναι γι' άλλο post.)

Και εξηγούμαι αναφανδόν και ασκαρδαμυκτί. Ενώ υπάρχουν ένα σωρό σχολές και ρεύματα υποκριτικής και μπλα-μπλα-μπλα, ωστόσο όλα έχουν κάτι το κοινό αναμεταξύ τους. Ακόμη κι όταν βυθίζεσαι εξαϋλωμένος, από τη δεινότερη υποκριτική ερμηνεία, στο πίσω μέρος του κρανίου σου, δεν καταλαγιάζει ποτέ ολότελα η γνώση και η αντίληψη ότι έχεις να κάνεις πάντοτε με ηθοποιούς, με άλλα λόγια, επαγγελματίες που υποκρίνονται. Αν σιγήσει, για λίγο, ο ήχος του ποπ-κορν και αναρωτηθείς βαθύτερα, θα σου φανεί σαν το πιο φυσιολογικό πράγμα στον κόσμο, το γεγονός ότι ακόμη και ο μέγιστος των ηθοποιών, αφού τελειώσει μια σκηνή ή μια παράσταση θα βγάλει ο άνθρωπος τα ρούχα του, το μακιγιάζ, θα φορέσει καμια παντούφλα ή τα σπορτέξ του, θα χουφτώσει κανά κομπάρσο ή καμια θαυμάστρια και όλα αυτά τα σχετικά και πολύ ανθρώπινα, που ξεχωρίζουν τον πολιτισμένον άνθρωπο από τα ζώα και τους φασίστας.

Στο σημείο, όμως, αυτό είναι που ο πιτσιρικάς Emil Minty τα σπάει και δεν έχει όμοιό του!! Γιατί σ' αυτόν δεν πιάνουν τα θνητά μας κόλπα! Γιατί δεν ξεχωρίζεις αν είναι πράγματι ηθοποιός ή αν το παιδί γεννήθηκε στ' αλήθεια με σύνδρομο ουρακοτάγκου. Όσο κι αν τον βλέπεις, κι αν τον ξαναβλέπεις, δε μπορείς να χωνέψεις ούτε για μια ταπεινή, φευγαλέα στιγμούλα ότι αυτή η 8χρονη κουράδα με την κόμμωση των Europe, θα μπορούσε ποτέ (εντός ή εκτός πλατό) ν' αρθρώσει μια ολόκληρη μονοσύλλαβη λέξη, χωρίς να σε ραντίσει με σάλια, ή ότι θα μπορούσε ποτέ να φάει σούπα με ο,τιδήποτε άλλο εκτός απ' τα ρουθούνια του. Τα γυρίσματα τελειώνουν για όλους τους άλλους, αλλά αυτός δεν γροικάει από σχόλες ή τέτοια ∙ εξακολουθεί να σκαρφαλώνει στα σκηνικά, να κατουράει τα ποδάρια στην καρέκλα του σκηνοθέτη ή να τρέχει πίσω από τις ρόδες των αυτοκινήτων γρυλίζοντας. Και όλο το συνεργείο στο κατόπι του, με μπριζολάκια και απόχες, παλεύει να τον ξανακλείσει πίσω στο κλουβί του - τουλάχιστον, μέχρι τις ανάγκες της επόμενης σκηνής.

Εδώ είναι η μαγκιά του, λοιπόν! Εδώ αφήνει κάθε ηθοποιό, που πέρασε ή θα περάσει ποτέ από τη γης ετούτη, έτη φωτός πίσω, να φτύνει σκόνη και πετραδάκια. Γιατί, απλά, δεν μπορείς να τον φανταστείς στο παραμικρό αλλιώτικον από το παίξιμό του. Να μη μπορείς να διακρίνεις το παίξιμο απ' το χέσιμο, να λοιπόν μια μεγαλειώδης στιγμή στην ιστορία του παγκόσμιου κενιματογράφου, η οποία πέρασε στο ντούκου, μέχρι να φτάσω εγώ και να σας ανοίξω τα μάτια με τη νυστερική μου οξύνοια. Δόξα και τιμή, λοιπόν, στον Emil Minty ως Feral Kid στο Mad Max 2!!!

Ραντεβού στην επόμενη ανάρτηση (αν υπάρξει ποτέ).

ΥΓ. Ο Emil σήμερα (ή ίσως προχθές): μπούλης και αδιάφορος! Οποία απογοήτευσις!!



Τίτλοι Έναρξης... - ΕΓΚΥΡΟΝ

Ξεχάστε όλα τα κολοκύθια, που αράδιασα νωρίτερα. Κρατήστε άμα θέτε τη ρίγανη. Σημειώσατε άλλο ένα blog για τον κινηματογράφο. Μεγαλειωδώς ταπεινό και με τη σφραγίδα της ιδιαίτερα διεισδυτικής τυφλότητας, η οποία με διακρίνει. Αυτά και σε δουλειά να βρισκόμαστε. Μην ξεχάσετε μόνο ν' απενεργοποιήσετε τα κινητά σας.

Sunday, June 9, 2013

Τίτλοι Έναρξης... - ΑΚΥΡΟΝ

Αυτός; Συνήθως, ψηλός. Βεβαίως! Ακόμη κι αν στον καναπέ χρειάζεται - σα το Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ - περισσότερες μαξιλάρες, για να μας πείσει γι' αυτό. Ενίοτε, θα τον έλεγες και όμορφο. Αν, βεβαίως, έπαιζε συνέχεια πλάτη - αμόρσα. Τελικά, δεν τον λες. Ξέρει πολύ καλά να παίζει. Όχι φυσικά το ρόλο του, προς θεού! Κυρίως, τα τυπικά κλισέ του μορφονιού: φρύδι, μέτωπο, σαγόνι. Ας πούμε, ανασηκώνει το φρύδι μαυλιστικά, με κάποιο αφηρημένο, ξεδιάντροπο νόημα. Φυσικά, δεν υπάρχει κανένα νόημα. Πέρα απ' το γεγονός ότι σε θεώρησε άξιο να θαυμάσεις το φρύδι του. Ή, επίσης, την ικανότητά του ν' αυνανίζεται και μ' άλλα μέρη του σώματος, εκτός απ' το πουλί του. Σουφρώνει το μέτωπο με στιλ, γιατί στη δραματική σχολή του 'χουν διδάξει ότι ένα λείο μέτωπο είναι βαρετό και πολύ καθωσπρέπει, σαν κολαρισμένος λακές. Αντιθέτως, ένα μέτωπο που θυμίζει ημιτονοειδή συνάρτηση, δείχνει βάθος χαρακτήρα και αλήτικη ανεμελιά. Ειδικά, αν διακόπτεται σκανδαλιστικά από μια μπούκλα που δε θέλει - και καλά - με τίποτα να στρώσει. Στην πραγματικότητα, το μόνο που σε κάνει να αναρωτιέσαι ένα κούτελο που θυμίζει το αιδοίο της γιαγιάς σου, είναι αν λειτουργεί και ως υδρορροή, κάθε φορά που ιδρώνει, ώστε να μη στάζει τ' αλμυρό ιδρωζούμι και τσούζουν τα ματάκια του. Αν του δωθεί, επίσης, η ευκαιρία - και το φως είναι κατάλληλο - καταφέρνει κάτι θεαματικά, νευρόσπαστα κόλπα με το σαγόνι του. Σα να του 'χει σφηνώσει ποπ-κορν στον τραπεζίτη ή σα να τρομπάρει κάτι, άγνωστο βεβαίως τι (αυτή είναι και η τέχνη του ωραίου κινηματογράφου). Ωραίο κόλπο, πάντως. Πετάνε κάτι τένοντες της γνάθου, που σε κάνουν να φαίνεσαι πολύ άντρας. Το έκανε συχνά ο Ριτζ, στην "Τόλμη & Γοητεία", αλλά δικαιολογείται, διότι εκείνος πληρωνόταν με το σαγόνι. Περιττό να σας αναφέρω ότι το προσπάθησα κι εγώ. Ματαίως, φυσικά. Αν και το πιθανότερο ήταν να έφταιγε ο φωτισμός.

Τι άλλο να πούμε γι' αυτόν; Να πούμε ότι, συνήθως, είναι μυώδης; Άντε να το πούμε κι αυτό. Συνήθως, λοιπόν, είναι μυώδης. Τόσο μυώδης που, δηλαδή, αν κατά λάθος αγοράσει μπλουζάκι XL αντί του ορθού XXL, κατά πάσα πιθανότητα θα του μείνει εσάρπα στους ώμους, αν ξεχαστεί και σταυρώσει και τα δύο χέρια, ταυτόχρονα (sic). Στις περισσότερες σκηνές θα τον δεις να πίνει μπύρες σα γριά πουτάνα και να καπνίζει σαν το μάγο της φυλής, όταν του ζητάνε χρησμό, ενώ στο ψυγείο του θα βρεις μονάχα ληγμένα γάλατα και μουχλιασμένο φυστικοβούτυρο. Άμα το κάνεις εσύ αυτό για ένα μήνα, θα φτιάσεις τέτοια μπάκα, που το καλοκαίρι θα μαυρίζεις μονάχα από τη μέση και πάνω. Αυτός, ωστόσο, δε μασάει. Στα ποντίκια του σπάει καρύδια για τα ορφανά των φαναριών, ενώ στη βουβωνική του χώρα μπορείς να ψηλαφίσεις κοιλιακούς, που ο φυσιολογικός άνθρωπος γνωρίζει μόνο απ' τα βιβλία της ανατομίας. Φαίνεται πολύ σκληρός, αλλά είναι κιόλας. Έχει μάθει πολύ καλή αυτοσυγκέντρωση και αυτοέλεγχο και άλλα ωραία που ξεκινούν από "αυτό-". Ίσως, από κάποιο σοφό δάσκαλο στο Θιβέτ, του Θιβέτ ή από το Θιβέτ. Ίσως, πάλι, στο στρατό, όταν διαπίστωσε έντρομος ότι τα τετριμμένα αστεία με το σαπούνι δεν είναι και τόσο αστεία, στην πραγματικότητα. Αν, όμως, του την πεις και πολύ δε χαρίζεται. Μπορεί να ξαπλώσει χάμου το θηριωδέστερο μεταλλαγμένο δεινόσαυρο, ακόμα και με σπασμένο χέρι. Ακόμα και χωρίς χέρι. Με την ίδια, αξιοζήλευτη χάρη μπορεί να υποκριθεί Άμλετ, Μπέργκμαν και Ράμπο. Ενίοτε και ταυτόχρονα. Έτσι, συνεχώς, εξελίσσεται. Από ηθοποιός γίνεται επιχειρηματίας. Στο τέλος, πιθανότατα, και πολιτικός. Τυχαίο;

Αυτή; Συνήθως, βυζαρού. Μπορεί και μπουταρού ή κωλού. Γενικά, κάτι έχει υπερβάλλον. Όχι ταλέντο, πάντως, ούτε ζήλο. Τουλάχιστον, όχι καθέτως. Μπορεί να την πεις και όμορφη. Αλλά δεν τη λες, κιόλας. Τη φαντάζεσαι χωρίς μέικαπ και με ταλέντο. Όχι, απαραιτήτως, ταυτόχρονα (πόση φαντασία να έχει πια κανείς;). Έχει κι αυτή κατακτήσει τις δικές της υποκριτικές κορυφές. Της μάθανε πως αν στέκεσαι σοβαρή μπροστά στην κάμερα είναι δείγμα υψηλής, υποκριτικής ικανότητας. Γι' αυτό στα δράματα είναι συνεχώς σοβαρή. Κλαίει με λυγμούς και σπασμούς και, γενικά, έχει μια μεγάλη ποικιλία γκριμάτσας, γιατί είναι κι αυτό δείγμα υψηλής, υποκριτικής ικανότητας. Ενίοτε, κλαίει και γυμνή στο μπάνιο. Στις πρώτες της ταινίες, είναι κυρίως γυμνή (όχι μόνο στο μπάνιο), επίσης, δείγμα υψηλής, υποκριτικής ικανότητας. Μετέπειτα, αφού ωριμάσει (η σχέση της με το σκηνοθέτη) διδάσκεται και την τεχνική των δακρύων. Αν γυρίσουν τη σκηνή πολλές φορές, οπότε παραπαίει στα όρια της αφυδάτωσης από την αφειδώλευτη δακρύρροια, γδύνεται και ξαναγυρίζουν τη σκηνή στο μπάνιο, όπου της είναι πιο οικείο.

Έχει κι αυτή μεγάλη υποκριτική γκάμα. Μπορεί να στέκεται επάξια δίπλα σε κάθε είδους αρσενικό πρωταγωνιστή, υποδυόμενη τα πιο ποικίλα και ριζοσπαστικά είδη γλάστρας. Αρκεί να μπορεί να στέκεται ή / και, αν το απαιτούν οι ανάγκες του γυρίσματος, καμιά φορά να τρέχει, δίχως όμως να λαχανιάζει, να στραβώνει τα πόδια της ή να κουνάει πολύ τα βυζιά της, πάνω-κάτω και δεξιά-αριστερά. Έχει κι άλλες ικανότητες, αμέτρητες. Μπορεί να κοιμάται και να ξυπνάει με το μακιγιάζ φρέσκο, σαν τα πρώτα μπουμπούκια της άνοιξης. Μπορεί να βουτάει στην Τάφρο των Μαριανών, στην καυτή λάβα του Βεζούβιου ή στα χιόνια του Κιλιμάντζαρο και το αϊλάινερ να συμπεριφέρεται με την αδιάβλητη υπεροψία ενός τατουάζ. Τα μάτια της ξεβάφουν μόνο αν κλαίει κάτω απ' τη βροχή ή αν της βουτάνε το κεφάλι μέσα στη λεκάνη, τραβώντας ταυτόχρονα το καζανάκι (βουρτσάκι προαιρετικό), γιατί είναι πολύ συγκινητικό στην πρώτη περίπτωση και πολύ διεστραμμένα πρόστυχο στη δεύτερη κι αυτό κάπως πρέπει να το εκφράσει ο σκηνοθέτης. Ποτέ δεν κατουράει, δε χέζει, δε κάνει θόρυβο όταν μασάει και, γενικά, είναι όλα τα καθωσπρέπει της κοινωνίας (ό,τι δηλαδή δεν είναι οι άντρες) σε οικονομική συσκευασία. Το μόνο της ελάττωμα ότι καμιά φορά συμπεριφέρεται λίγο ως πουτάνα. Αλλά αυτό είναι μόνο. Όλα τα υπόλοιπα είναι τέλεια και πουριτανικά.

[ Όχι λιγότερο συχνά, αναλαμβάνει και ρόλους πρωταγωνιστικούς, κρατώντας μια ολόκληρη ταινία μοναχή της. Κάποιες, όντως, το καταφέρνουν. Εντάξει, μην τα ισοπεδώνουμε και όλα. Αν το καλοσκεφτεί πάντως κανείς, η μεγαλύτερη παραγωγή ταινιών εξακολουθεί να λειτουργεί κρυφο-σεξιστικά. Συνήθως ακούσια, αφού αντικατοπτρίζει απλά την εικόνα της κοινωνίας για τη γυναίκα. Άλλοτε, όμως, απροκάλυπτα κι αναφανδόν - κυρίως στις περιπέτειες, όπου η τεστοστερόνη έχει την τιμητική της. ]

Καμιά φορά, πάντως, αυτός δεν είναι μυώδης κι εκείνη δεν είναι βυζαρού - αν και δεν παίζει ρόλο. Μπορεί, μάλιστα, να υποκρίνονται πολύ καλά. Κι άλλοτε, πιο σπάνια, να παίζουν εξαιρετικά. Ηθοποιός σημαίνει φως και τα λοιπά. Τους αξίζουν συγχαρητήρια. Από αυτό το blog, ωστόσο, θα πάρουν τ' αρχίδια μας. Γιατί μας είναι παντελώς αδιάφοροι. Γιατί μας είναι πολύ λαμπεροί. Γιατί έχουν χλαπακιάσει τη μερίδα του λέοντος, συνήθως, δίχως να την αξίζουν. Στα τσακίδια. Αν αντικαταστήσεις το 90% από αυτούς με τυχαίους άλλους, κατά πάσα πιθανότητα, δεν θ' αλλάξει τίποτα στο αποτέλεσμα. Ή μπορεί ν' αλλάξει προς το καλύτερο. Δε συμβαίνει όμως το ίδιο με πολλές από τις "δευτεράντζες". Σ' αυτές απευθύνομαι. Τις βλέπω να 'ρχονται, ολοένα και περισσότερες, μαζί με τους αιώνες.

Αυτό το blog είναι αφιερωμένο σε όλους εκείνους τους δευτεραγωνιστές, τριταγωνιστές και κομπάρσους, ανθρώπους, ζώα, ρομπότ, εξωγήινους ή μαριονέτες, που απλά πέρασαν, πλαισίωσαν και ξεχάστηκαν. Κι αν, σε πείσμα του χρόνου, εξακολουθούν κάτι να θυμίζουν, δεν είναι παρά γιατί προβλήθηκαν σαν τους γραφικούς εκείνους χαρακτήρες, οι οποίοι δεν εξυπηρετούν σε τίποτα την πλοκή, αλλά βοηθούν να εκτονώνεται η ένταση και να φαίνεται ο ήρωας περισσότερο ενδιαφέροντας, καθώς αλληλεπιδρά μαζί τους. Σε πείσμα, όμως, της τέχνης του σεναρίου και της πλοκής, κόντρα στα φώτα της ράμπας που λούζουν άπλετα την πρώτη σειρά, γεμίζοντας σκιές τις επόμενες, εδώ θα τιμήσω τους ξεχασμένους και παραμελημένους. Θα αποτίνω φόρο τιμής σ' εκείνους οι οποίοι ήταν, συχνά, εκατομμύρια φορές πιο ουσιαστικοί, ανθρώπινοι, πολύπλοκοι κι ενδιαφέροντες, από τους λαμπερούς πρωταγωνιστές, που εξέπνεαν άμα τη ελεύση των τίτλων τέλους, εξίσου επίπεδοι με την οθόνη πάνω στην οποία συνθλίβεται το όμορφο φως.

ΥΓ. Επίσης, για να μη φτιάχνω τώρα κι άλλο blog, θα τιμήσω παράλληλα και μερικούς απ' τους καλύτερους, λατρεμένους "κακούς". Και, φυσικά, καλύτεροι κακοί δεν είναι, παρά εκείνοι που θα ήθελες, με κάποιον τρόπο, να τους μοιάσεις. Ή να τους μιμηθείς. Επίσης, μπορεί να κάνω κι άλλα πράγματα και, γενικά, μου είναι εντελώς αδιάφορο να μείνω πιστός σε κάτι. Θα γράφω ό,τι μου κατεβαίνει για τον κινηματογράφο, γενικά. Αυτά. :)